Monday, Jan 24th

Last update10:36:22 AM GMT

Ηλίας Κουσκουβέλης

Ηλίας Κουσκουβέλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, για μία ακόμη φορά στην μακραίωνη ιστορία του, δέχεται ανοίκεια και σφοδρή επίθεση. Αυτήν τη φορά, δυστυχώς, η επίθεση δεν προέρχεται από κάποια άλλη καθολική ή προτεσταντική εκκλησία ή από αλλόθρησκους, αλλά από μία άλλη Ορθόδοξη εκκλησία, την Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία στα μάτια πολλών Ορθοδόξων, Ελλήνων και όχι μόνον, χαίρει ιδιαίτερης τιμής. Και τούτο διότι, στις 11 Οκτωβρίου 2018, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε, όπως είχε δικαίωμα, να χορηγήσει αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ουκρανίας, να άρει τα αναθέματα και να αποκαταστήσει στον αρχιερατικό τους βαθμό τους ιεράρχες Φιλάρετο Ντενισένκο και Μακάριο Μαλετίτς, και να άρει την ισχύ του Συνοδικού Γράμματος Εκδόσεως του έτους 1686.

Το Πατριαρχείο Μόσχας, επικουρούμενο από το ρωσικό κράτος και συνεπές στις φιλοδοξίες του για αύξηση της επιρροής του επί του συνόλου της Ορθοδοξίας, αντέδρασε δυναμικά ανακοινώνοντας στις 18 Οκτωβρίου 2018 την διακοπή κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κάλεσε τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες να λάβουν θέση. Παράλληλα, εξέφρασε την πλήρη υποστήριξή του στον μητροπολίτη Ονούφριο και την υπ’ αυτόν «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας)». Αυτά βέβαια επισήμως, διότι ανεπισήμως οι διαδικτυακές επιθέσεις στο Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι πλείστες και ανάρμοστες, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς με μία σύντομη περιήγησή του στο διαδίκτυο.

Πώς όμως φθάσαμε σε αυτήν τη ρήξη; Για να γίνει αντιληπτό το τι συμβαίνει, στη συνέχεια, παρουσιάζονται εν συντομία η εκκλησιαστική κατάσταση στην Ουκρανία, οι «κανονικές» (εκκλησιαστικού δικαίου) πτυχές της διαμάχης, αλλά και το πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων.

Σήμερα στην Ουκρανία υπάρχουν τρεις ορθόδοξες εκκλησίες. Η πρώτη είναι η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας)», η οποία τελεί σε στενή πνευματική σχέση με το Πατριαρχείο Μόσχας και έχει ως επικεφαλής της τον μητροπολίτη Ονούφριο Μπερεζόφσκι. Η Εκκλησία αυτή ιδρύθηκε το 1990 ως μια αυτοδιοικούμενη εκκλησία και θεωρείται ότι έχει τους περισσότερους πιστούς στην Ουκρανία σήμερα.                

Δεύτερη κατά σειρά και σημασία είναι η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία – Πατριαρχείο Κιέβου», της οποίας ηγείται, από το 1995, ο (αυτοαποκαλούμενος Πατριάρχης) Φιλάρετος Ντενισένκο. Ο Φιλάρετος πρώτα ανήκε στις τάξεις της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως μητροπολίτης Κιέβου, όμως το 1992 εξωθήθηκε σε παραίτηση από τον θρόνο του Κιέβου, καθώς κατηγορήθηκε από την ρωσική εκκλησία ως πράκτορας της KGB σημειώνεται ότι, λίγα χρόνια πριν, το 1990, ο Φιλάρετος ήταν βασικός διεκδικητής του θρόνου του Πατριαρχείου Μόσχας, αλλά δεν κατόρθωσε να αναρριχηθεί σε αυτόν, καθώς ηττήθηκε από τον Αλέξιο.

Η παραίτησή του βέβαια ήταν προσωρινή, διότι σύντομα την ανακάλεσε και πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (6 Ιουνίου 1992), της οποίας, έπειτα από 3 χρόνια, ανέλαβε τις τύχες. Το Πατριαρχείο Μόσχας στις 11 Ιουνίου 1992 αντέδρασε αφορίζοντας τον Φιλάρετο και κηρύσσοντάς τον σχισματικό, ενώ θεώρησε όλες του τις ενέργειες αντικανονικές. Μάλιστα, κατήγγειλε τις ενέργειές του και στις υπόλοιπες ορθόδοξες εκκλησίες, οι οποίες, θεωρώντας μέχρι πρόσφατα την Ουκρανία ως ανήκουσα από κανονικής απόψεως στο Πατριαρχείο Μόσχας, δεν είχαν αναγνωρίσει στην μεγάλη τους πλειοψηφία την εκκλησία του Φιλάρετου.

Η τρίτη εκκλησία είναι η «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία» με επικεφαλής της τον μητροπολίτη Μακάριο Μαλετίτς. Η εν λόγω εκκλησία θεωρεί τον εαυτό της διάδοχο της ουκρανικής εκκλησίας που είχε ιδρυθεί στη χώρα το 1921 και ότι απλώς το 1991 επανιδρύθηκε. Το Πατριαρχείο Μόσχας και αυτήν την εκκλησία την θεωρεί σχισματική και δεν την αναγνωρίζει κανονικά.

Από πολιτική άποψη, η «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας)» έχει φιλορωσικό προσανατολισμό, ενώ αντίθετα οι άλλες δύο, και κυριότερα η «Ορθόδοξη Εκκλησία-Πατριαρχείο Κιέβου» έχουν φιλοδυτικό προσανατολισμό και υποστηρίζονται από τον Πρόεδρο της Ουκρανίας Ποροσένκο. 

Το τελευταίο διάστημα, ως γνωστόν, τα πράγματα οξύνθηκαν. Συγκεκριμένα, ο μητροπολίτης Φιλάρετος, έχοντας τη σαφή υποστήριξη του Ποροσένκο, απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για την επίλυση του εκκλησιαστικού ζητήματος, ζητώντας από αυτό αφενός την άρση του αναθέματος και της ακοινωνησίας του και αφετέρου την αναγνώριση της εκκλησίας του ως αυτοκέφαλης και ανεξάρτητης εκκλησίας. Πραγματικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανταποκρίθηκε στο αίτημα και παρενέβη, καθώς θεώρησε ότι από κανονικής απόψεως είχε κάθε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση να πράξει κάτι τέτοιο. Η παρέμβαση όμως αυτή του Φαναρίου συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση του Πατριαρχείου Μόσχας που κατηγόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για «εισπήδηση», εισβολή δηλαδή στα εκκλησιαστικά όρια μιας άλλης ορθόδοξης εκκλησίας.

Το Πατριαρχείο Μόσχας ισχυρίζεται, από την πλευρά του, ότι για πάνω από τρεις αιώνες η εκκλησία της Ουκρανίας ανήκει στη δικαιοδοσία του, καθώς το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο με Πράξη κατά το έτος 1686 είχε εκχωρήσει στη Μόσχα τη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Κιέβου, που αποτελούσε την τότε Ουκρανική Εκκλησία. Έκτοτε, κατά το Πατριαρχείο Μόσχας ουδέποτε αμφισβητήθηκε η μεταβολή αυτή, ενώ δεν αποτελεί πρακτική και έθος στην ορθόδοξη παράδοση να αμφισβητούνται αρχαία εκκλησιαστικά έγγραφα τέτοιου είδους. Παράλληλα, υπενθύμισε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι, όταν κατά το παρελθόν η ρωσική εκκλησία είχε επιβάλει το επιτίμιο της ακοινωνησίας στον Φιλάρετο, το Φανάρι θεώρησε το θέμα εσωτερικό ζήτημα του Πατριαρχείου Μόσχας και είχε συμφωνήσει με την επιβαλλόμενη ποινή στον Φιλάρετο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Πατριαρχείο Μόσχας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει κανένα δικαίωμα παρέμβασης στα ουκρανικά εκκλησιαστικά πράγματα.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντίθετα θεωρεί ότι είχε (και έχει) κάθε δικαίωμα από εκκλησιαστικής άποψης να επέμβει, καθώς αποτελεί την «Μητέρα Εκκλησία» που εκχριστιάνισε όχι μόνο τους Ουκρανούς, αλλά και γενικά όλους τους Ρώσους. Επιπλέον, ισχυρίζεται πως η μητρόπολη Κιέβου τελούσε πάντα υπό την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ακόμη και μετά την εξύψωση της μητρόπολης Μόσχας σε Πατριαρχείο το έτος 1589. Μάλιστα, το έτος 1620 η εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αποδεικνύοντας το ζωηρό της ενδιαφέρον για την Ουκρανική εκκλησία, την διέσωσε από την Καθολική Ουνία, αποστέλλοντας ως εκπρόσωπό της στη χώρα τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνη Γ’, ο οποίος και την ανέστησε εκκλησιαστικά.

Σε ό,τι αφορά την Πράξη του 1686, με την οποία πέρασε η μητρόπολη Κιέβου στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απαντά πως αυτή έγινε κατόπιν πολλών παρασκηνιακών πολιτικών πιέσεων. Ακόμη όμως και υπ’ αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες για το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνθήκες, η υπαγωγή αυτή έγινε «τρόπω συγκαταβατικώ» και «οικονομικώς», για τις ανάγκες της εποχής εκείνης. Με άλλα λόγια, η υπαγωγή αυτή έγινε προσωρινά, «επιτροπικώς έως ημέρας επισκέψεως θείας». Επιπρόσθετα, η υπαγωγή αυτή δεν ήταν πλήρης, διότι αφορούσε μόνο το δικαίωμα της χειροτονίας, και όχι εκλογής (η εκλογή θα γινόταν από τους Ουκρανούς), του μητροπολίτη Κιέβου από τον Πατριάρχη Μόσχας, ενώ η οριζόμενη σαφώς στην Πράξη υποχρέωση του εκάστοτε μητροπολίτη Κιέβου να μνημονεύει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πριν από το Πατριάρχη Μόσχας αποδεικνύει την πνευματική υπαγωγή της εκκλησίας του Κιέβου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Τέλος, κατά πάγια πρακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η παραχώρηση κανονικού εδάφους του πατριαρχείου σε άλλη εκκλησία γίνεται με έκδοση ειδικού εγγράφου, του «Τόμου», και όχι με απλή «Πράξη» ή συνοδικού «Γράμματος Εκδόσεως», όπως έγινε στην περίπτωση της εκκλησίας του Κιέβου. Κατά συνέπεια, ποτέ το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν απώλεσε το κυριαρχικό του δικαίωμα στην Ουκρανία, παρά την παραβίαση από την πλευρά του Πατριαρχείου Μόσχας της ουσίας και των τύπων της Πράξης του 1686 και ουδέποτε αποκήρυξε την «προσήκουσαν μητρικήν μέριμναν περί της Εκκλησίας της Ουκρανίας». 

            Με βάση τα παραπάνω, δύο πρώτες εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν με ασφάλεια:

Πρώτον, εκκλησιαστικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε και έχει το δικαίωμα παρέμβασης στην ουκρανική υπόθεση, καθώς τα επιχειρήματά του είναι ισχυρά τόσο από «κανονική» άποψη, όσο και από την ορθόδοξη παράδοση και πρακτική.

Δεύτερον, κατά την διαχείριση της υπόθεσης αυτής το Πατριαρχείο Μόσχας μάλλον προέβη σε ορισμένες άστοχες κινήσεις. Προέβη σε μονομερείς ενέργειες, χωρίς συνεννόηση και διάλογο με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες, ενώ φάνηκε να είναι αποκομμένο από το σύνολο αυτών. Επικαλέστηκε όμως τη βοήθειά τους στη δύσκολη για το ίδιο στιγμή. Κατά την ανακοίνωση της διακοπής της κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ζήτησε, για παράδειγμα, από τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες να πάρουν θέση – πράγμα δύσκολο για αυτές. Εάν όμως είχε συμμετάσχει στην Πανορθόδοξη Σύνοδο που συγκάλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο Κολυμπάρι των Χανίων (2016), και δεν απείχε επιδεικτικά απαξιώνοντας όχι μόνο τη Σύνοδο αλλά και τις συμμετέχουσες σε αυτό εκκλησίες, είναι βέβαιο πως τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά και το θέμα θα μπορούσε να επιλυθεί μέσω διαλόγου και ίσως πιο ανώδυνα για το Πατριαρχείο Μόσχας. 

Φυσικά, η εκκλησιαστική αυτή διαμάχη είναι δύσκολο να κατανοηθεί, εάν κάποιος την προσεγγίσει μόνο εκκλησιαστικά, απομονώνοντάς την από την πολιτική πραγματικότητα. Στην Ουκρανία αντιτίθενται δύο πλευρές, η μια εκκλησία προσβλέπει στην Ανατολή, στη Ρωσία, και η άλλη στη Δύση. Η κυβέρνηση της Ουκρανίας – ιδιαίτερα μετά την με στρατιωτικά μέσα προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία – αποφάσισε να ξεφύγει από την όποια επιρροή της Ρωσίας και να ακολουθήσει έναν αυτόνομο εθνικά δρόμο. Σε αυτήν την πολιτική εντάσσεται και το να καταστεί αυτοκέφαλη η εκκλησία της Ουκρανίας με προφανή στόχο να μην επιτρέπεται η διαχείριση των εκκλησιαστικών θεμάτων της από την εκκλησιαστική αρχή μιας άλλης χώρας (κατά μία έννοια η αρχή cuius regio, eius religio).

Η αξίωση αυτή δεν είναι ξένη προς το έθος της ορθόδοξης παράδοσης: διότι η πρακτική ήταν πως κάθε φορά που ένα ορθόδοξο έθνος κέρδιζε την πολιτική του ανεξαρτησία, αυτό με το πλήρωμα του χρόνου αποκτούσε και ανεξάρτητη εθνική εκκλησία. Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα: η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και σχεδόν όλες οι ορθόδοξες χώρες, απέκτησαν, αργά ή γρήγορα, μετά την ίδρυση των κρατών τους και ανεξάρτητη εθνική εκκλησία. Αυτήν την ίδια προσέγγιση υιοθετεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και στην περίπτωση της Ουκρανίας. 

Τί θα γίνει από εδώ και πέρα; Ασφαλώς το κλειδί των εξελίξεων το κρατά πλέον η ρωσική πλευρά, δηλαδή το Πατριαρχείο Μόσχας και η ρωσική κυβέρνηση. Εάν αφήσουν τα πράγματα να εξελιχθούν ομαλά, τότε όπως έχει συμβεί κατ’ επανάληψη σε ανάλογες περιπτώσεις, η κατάσταση, αργά ή γρήγορα, θα ομαλοποιηθεί εκκλησιαστικά και ο ουκρανικός λαός θα ειρηνεύσει. Εάν όμως, θελήσουν να χρησιμοποιήσουν την εκκλησία ως ένα μέσο διαίρεσης του ουκρανικού ορθόδοξου ποιμνίου και κατ’ επέκταση ως ένα μέσο απόκτησης πλεονεκτημάτων στο πολιτικό πεδίο, τότε θα υπάρξουν πολλά ακόμη επεισόδια στην κρίση της ορθόδοξης εκκλησίας στην Ουκρανία. Πολύ δε περισσότερο αν θελήσουν να συνεχίσουν να υποσκάπτουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ώστε η Μόσχα να αναδειχθεί – όπως για πολλούς αιώνες και διακαώς επιθυμεί – ως η «τρίτη Ρώμη» ή το Πατριαρχείο στη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Και επειδή από τα δύο ενδεχόμενα, πιο πιθανό είναι το δεύτερο που θα συνδυασθεί και με νέες επιθέσεις κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ως προς τις πληροφορίες που αναπαράγονται, τις αναλύσεις που γίνονται, αλλά, κυρίως, τις συχνά ανάρμοστες και υβριστικές επιθέσεις στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι μόνο ένα, δεν υπάρχει άλλο, και θα πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο ή μέσο.

  

του Ηλία Κουσκουβέλη, Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων,

και του Παύλου Σεραφείμ, μεταδιδακτορικού Ερευνητή,

Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Huffington Post

Περισσότερα...

Σήμερα διεξάγεται το δημοψήφισμα στα Σκόπια. Πριν φθάσουμε στο αποτέλεσμα – ναι ή όχι για τη συμφωνία των Πρεσπών, μαζί με την προοπτική ένταξης σε ΝΑΤΟ και ΕΕ – το κρίσιμο είναι η συμμετοχή των πολιτών σε αυτό. Διότι, για να είναι έγκυρο χρειάζεται να ψηφίσουν το 50% τουλάχιστον των πολιτών, περίπου 903.000. 

Ας δούμε τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών για να καταλάβουμε την κατάσταση:

Party

Votes

%

Seats

+/–

 

VMRO-DPMNE coalition

454,577

39.39

51

−10

 

Social Democratic Union coalition

436,981

37.87

49

+15

 

Democratic Union for Integration

86,796

7.52

10

−9

 

Besa Movement

57,868

5.01

5

New

 

Alliance for Albanians

35,121

3.04

3

New

 

Democratic Party of Albanians

30,964

2.68

2

−5

 

"VMRO for Macedonia" coalition

24,524

2.13

0

New

 

The Left

12,120

1.05

0

New

 

"CCJ–Third Block" coalition

10,028

0.87

0

New

 

Liberal Party

3,840

0.33

0

0

 

Party for Democratic Prosperity

1,143

0.10

0

0

Invalid/blank votes

37,870

Total

1,191,832

100

120

−3

Registered voters/turnout

1,784,416

66.79

Το βέβαιο είναι ότι θα ψηφίσουν μαζικά οι αλβανικής καταγωγής πολίτες που, με βάση τις τελευταίες εκλογές (Δεκεμβρίου 2016) στην ΠΓΔΜ, είναι περίπου 210.000 ψηφοφόροι. Από την σλαβική συνιστώσα του πληθυσμού, θα συμμετάσχουν σε υψηλό ποσοστό οι οπαδοί του Ζάεφ, περί τις 437.000. Αν αυτοί οι πολίτες αθροιστούν, δηλαδή Αλβανικά κόμματα και «σοσιαλδημοκρατικό» κόμμα, και με δεδομένο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των 455.000 ψηφοφόρων του VMRO μάλλον θα επιλέξουν την αποχή (όπως, άλλωστε, υπέδειξε και ο Πρόεδρος της χώρας), τότε είναι προφανής η δυσκολία επίτευξης του ορίου του 50% και, πολύ απλά, το δημοψήφισμα δεν θα είναι έγκυρο.

Η πολιτική απάντηση του Ζάεφ σε αυτήν την περίπτωση είναι έτοιμη, αλλά θα εξαρτηθεί από το ποσοστό του «ναι». Αν αυτό είναι πάνω από 600.000, τότε εύκολα θα ισχυριστεί ότι είναι πάνω από το 50% εκείνων που ψήφισαν στις εκλογές του Δεκεμβρίου 2016. Αν όχι, τότε το μέγεθος του πολιτικού του προβλήματος θα εξαρτηθεί από το πόσο χαμηλό θα είναι το ποσοστό του «ναι». Και ανάλογη θα είναι η πολιτική του δύναμη να πιέσει τους βουλευτές του VMRO, αφού έχει δημόσια δεσμευτεί πως, ούτως ή άλλως, θα φέρει την συνταγματική αναθεώρηση στη Βουλή.

Ας δούμε όμως και τους αριθμούς των εδρών στη Βουλή, καθώς για την Συνταγματική αναθεώρηση απαιτούνται τα δύο τρίτα των βουλευτών, δηλαδή 80. Ακόμη και αν προστεθούν και οι 20 βουλευτές των αλβανικών κομμάτων μαζί με τους 49 του Ζάεφ, τότε χρειάζονται άλλοι 11 για να επιτευχθεί ο απαραίτητος αριθμός. Αυτός ο αριθμός θα αναζητηθεί μεταξύ των βουλευτών του VMRO.  Σύμφωνα με τον Τύπο, φαίνεται πως ήδη υπάρχουν κάποιοι – περίπου 4 με 5 – που μάλλον θα ψηφίσουν υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης και, κατά συνέπεια, υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Το ερώτημα είναι βέβαια αν αυτό θα επαληθευτεί και αν μπορεί να πραγματοποιηθεί το συγκεκριμένο σενάριο, λαμβάνοντας υπόψη δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι το ποσοστό του «ναι», συγκριτικά με το ποσοστό συμμετοχής στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Το δεύτερο είναι πως, αμέσως μετά το δημοψήφισμα, το VMRO μπορεί  να πάει σε συνέδριο για να εκλέξει αρχηγό. Αν ο νυν επικεφαλής Μισκόσκι πετύχει τη συσπείρωση, τότε θα είναι δύσκολο να διαρρεύσουν βουλευτές του. Αν όμως υπάρξει διάσπαση – που και για αυτήν γίνεται συζήτηση – τότε ο απαιτούμενος για την αναθεώρηση αριθμός θα είναι πιο εύκολο να βρεθεί.

Με άλλα λόγια, η πορεία για την έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών αφενός μπορεί να προκαλέσει πολιτικές ανακατατάξεις στην γείτονα, αφετέρου δεν είναι ούτε εύκολη ούτε βέβαιη. Τελικά, δηλαδή, ενδέχεται, και να μην εγκριθεί!

Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι για την κατάσταση της ευρύτερης περιοχής, αφού τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν. Ενδεχομένως όμως να επιτρέψουν στην ελληνική πλευρά να αναδείξει τον εθνικισμό και την αδιαλλαξία των Σκοπιανών στο θέμα, αλλά και την ορθότητα μίας σειράς ισχυρισμών μας ως προς τις αρνητικές διαθέσεις ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού τής γειτονικής χώρας έναντι της Ελλάδας και της ιστορικής πραγματικότητας. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική πλευρά δεν πρέπει να εφησυχάζει, αλλά, με οδηγό την εμπειρία και τα μαθήματα που ήδη έχει πάρει, να χαράξει μία διαφορετική πολιτική, που θα ικανοποιεί πολύ περισσότερο τα συμφέροντά μας, ιδιαίτερα στο θέμα της ιθαγένειας, της γλώσσας, αλλά και της επαλήθευσης των όρων της συμφωνίας.

Ασφαλώς, τέλος, υπάρχει και το ενδεχόμενο όλα να πάνε καλά για τον Ζάεφ, δηλαδή και έγκυρο να είναι το δημοψήφισμα, και το «ναι» να επικρατήσει, και να ολοκληρωθεί η συνταγματική αναθεώρηση. Τότε προφανώς το βάρος της απόφασης θα μετακινηθεί στη δική μας πλευρά και στο δικό μας πολιτικό σύστημα. Ας ευχηθούμε να αντιμετωπισθεί με νηφαλιότητα και σωφροσύνη, αλλά και με ευθύνη απέναντι στο διαχρονικό ιστορικό γίγνεσθαι.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στη Huffington Post

Περισσότερα...

Πριν 17 σχεδόν χρόνια, από την διάρκειας μίας ώρας μαγνητοσκοπημένη ανάλυσή μου για την Τουρκία δεν παίχτηκε ούτε ένα λεπτό. Και αυτό γιατί προφανώς ήμουν εκτός του κλίματος ΜΜΕ και πολιτικών για την δήθεν ελληνοτουρκική «φιλία». Ήταν λίγο μετά τη «συμφωνία» του Ελσίνκι…

Ποια ήταν η κεντρική γραμμή της τοποθέτησής μου; Μα φυσικά η προειδοποίηση για την αυξανόμενη ισχύ και επιθετικότητα της Τουρκίας, ιδιαίτερα λόγω της μεγάλης αύξησης του πληθυσμού, της δημιουργίας πολεμικής βιομηχανίας και της απόκτησης οπλικών συστημάτων που εντάσσουμε στην κατηγορία των στρατηγικών όπλων, όπως δορυφόρων, πυραύλων, χημικών, κ.ά.

Η κυρίαρχη άποψη του πολιτικού και επικοινωνιακού συστήματος επεφύλαξε την ίδια συμπεριφορά, της αποσιώπησης ή της αδιαφορίας, και σε άλλες περιπτώσεις. Ίσως η πλέον χαρακτηριστική ήταν η υποβάθμιση του σήματος κινδύνου που εκπέμφθηκε με την μετάφραση και δημοσίευση στα Ελληνικά του βιβλίου του Νταβούτογλου «Το στρατηγικό βάθος», στο οποίο ξεδιπλωνόταν από τότε ολόκληρη η φιλοσοφία της νεο-οθωμανικής εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν. Προσωπικά δε, την ίδια εποχή, είχα επιμείνει στις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας και του Ερντογάν, καθώς η ανάπτυξη εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας βρισκόταν στο προεκλογικό πρόγραμμα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ).

Σήμερα τα πράγματα έχουν φθάσει στην αντίθετο άκρο. Έτσι, από την παντελή αδιαφορία για τα θέματα της Τουρκίας, ο μέσος τηλεθεατής εισπράττει, αθροιστικά και σχεδόν ανά κανάλι, τουλάχιστον μισή ώρα ημερήσιας ενημέρωσης για την Τουρκία, για το τι δήλωσε ο κάθε Υπουργός, ο κάθε σύμβουλος του Ερντογάν, ο κάθε βουλευτής, εν τέλει ο οιοσδήποτε Τούρκος ή τι γράφει η κάθε καθεστωτικά ελεγχόμενη εφημερίδα της γείτονος για την Ελλάδα, την αιγιαλίτιδα ζώνη, την ΑΟΖ, τον «Πορθητή» (που θα εκπορθήσει τί;), και πάει λέγοντας. Όλα αυτά, αν μη τι άλλο, ανησυχούν τον μέσο Έλληνα, ο οποίος δεν έχει ούτε την πλήρη εικόνα ούτε απαραιτήτως τις γνώσεις για να κρίνει.

Η με αυτήν την συχνότητα επανάληψη των συγκεκριμένων ειδήσεων καταλήγει ακούσια και ουσιαστικά σε υβριδικό πόλεμο κατά της χώρας μας, ο οποίος διεξάγεται δωρεάν και μάλιστα μέσω ημών εναντίον ημών. Διότι ο υβριδικός πόλεμος – σε όποια πηγή και αν ψάξει κανείς – περιλαμβάνει, εκτός των στρατιωτικών, και επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, προπαγάνδας, αλλοίωσης των απόψεων και του ηθικού των πολιτών, και, εν τέλει, διαμόρφωση της κοινής γνώμης της αντίπαλης χώρας. Γιατί λοιπόν ο οιοσδήποτε Ακάρ να μην κάνει κάθε μέρα και από μία δήλωση όταν είναι απολύτως βέβαιος ότι αυτή θα αναμεταδοθεί ταχύτατα από τα Ελληνικά μέσα;

Και τι θέλεις να γίνει, θα μου πει κάποιος, να σταματήσει η ενημέρωση; Ασφαλώς και όχι! Τότε;

Πράγματι, οι μεταδιδόμενες ειδήσεις αναφέρονται σε γεγονότα ή δηλώσεις που έγιναν. Ωστόσο, υπάρχουν και πολλά άλλα θέματα που δεν αναμεταδίδονται το ίδιο συστηματικά ή δεν αναδεικνύονται. Δεν ενημερώνονται οι Έλληνες τόσο συχνά για την δεινή χρηματοπιστωτική κατάσταση της Τουρκίας, για τον πληθωρισμό που καλπάζει, για τις επιχειρήσεις που κλείνουν και την αυξανόμενη ανεργία, για τις αποτυχίες του στρατού τους στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ανατολική Τουρκία, όπως και για τα φέρετρα των στρατιωτών που επιστρέφουν από εκεί, για το ότι έχουν φύγει τα περισσότερα έμπειρα στελέχη της Πολεμικής τους Αεροπορίας, για το ότι το νέο αεροδρόμιο είναι ημιτελές, για το ότι οι φτηνές αερογραμμές της χρηματοδοτούνται από το κράτος και λειτουργούν στο όριο της πτώχευσης μόνο και μόνο για να προβάλουν την Τουρκία διεθνώς ή ότι, τελικά, η Τουρκία παραπληροφορεί στο θέμα των προσφύγων αφού φιλοξενεί λιγότερο από 2 εκατομμύρια και όχι 3.5 όπως ισχυρίζεται ο Ερντογάν, διεκδικώντας έτσι όλο και μεγαλύτερα κονδύλια από την ΕΕ. Όπως, επίσης, δεν ενημερώνονται για τις αμέτρητες διώξεις που κάθε μέρα και συστηματικά υφίστανται δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, επιστήμονες, καλλιτέχνες, δημιουργοί, στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, πολίτες άλλων θρησκευμάτων και, εν τέλει, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Συνεπώς, ρωτάω, με τη σειρά μου, δεν πρέπει να έχει ο μέσος Έλληνας μία πιο ισορροπημένη ενημέρωση και αποτίμηση της κατάστασης; Διότι, ασφαλώς, η Τουρκία είναι ένας γείτονας που απειλεί και πρέπει να προσέχουμε. Ασφαλώς προσπαθεί να αυξήσει την στρατιωτική ισχύ της και ενδεχομένως, υπό πολλές προϋποθέσεις, να προβεί σε επιχειρήσεις. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίζεται η πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική ισχύς της χώρας μας, να προβάλλονται οι αδυναμίες και οι αποτυχίες της Τουρκίας και, κυρίως, να μην οδηγούνται οι πολίτες στην κατάθλιψη και στο ερώτημα που τόσο συχνά ακούω να (μου) απευθύνεται στην καθημερινότητα: «θα γίνει πόλεμος»;

Ταυτοχρόνως, η όποια δημόσια συζήτηση θα μπορούσε να στοχεύει στη δημιουργία μίας μεσοπρόθεσμης πολιτικής για την αντιμετώπιση του ταραξία της περιοχής μας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα έπρεπε να εξετασθεί το αν θα ήταν δίκαιο, αντικειμενικό και σκόπιμο οι επικοινωνιακές μας ικανότητες να στραφούν κατά της ίδιας της Τουρκίας. Μήπως δηλαδή ως πολίτες και ως μέσα ενημέρωσης, που πιστεύουμε στη δημοκρατία και στην ελευθερία, θα έπρεπε να προβάλουμε πολύ περισσότερο, ειδικά στο εξωτερικό, το τι ακριβώς συμβαίνει στην γείτονα, το πόσο και σε ποια ένταση παραβιάζεται κάθε κανόνας δικαίου και δημοκρατίας, το πόσο τελικά υποφέρουν οι άνθρωποι εκεί;

Τι θα καταφέρουμε;… θα ρωτήσει πάλι ο δύσπιστος. Πριν απαντήσει ο καθένας σε αυτήν την ερώτηση ας αναλογιστεί το κόστος που πλήρωσε και πληρώνει η Σαουδική Αραβία για την υπόθεση Κασόγκι και ας κρίνει αν το γειτονικό κράτος, με τόσες παρόμοιες υποθέσεις, μπορεί να υποστεί για την συμπεριφορά του σε εμάς, σε άλλους γείτονες, αλλά και τους ίδιους τους πολίτες του, ένα κόστος που τελικά δίκαια του αναλογεί.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη Huffington Post

Περισσότερα...

Σελίδα 3 από 81
You are here Επικοινωνία Ηλίας Κουσκουβέλης