Monday, Jan 24th

Last update10:36:22 AM GMT

Ηλίας Κουσκουβέλης

Ηλίας Κουσκουβέλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Η συμπεριφορά της Τουρκίας και ακόμη περισσότερο η παραληρηματική συμπεριφορά του Ερντογάν, με αποκορύφωμα το ερώτημα αν οι ΗΠΑ έχουν «φάει οθωμανικό χαστούκι», προκαλεί προβληματισμό και αμηχανία, ενώ για πολλούς είναι και δυσεξήγητη. Οι περισσότερες «αναλύσεις» που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σπεύδουν να δώσουν μία ερμηνεία που συνδέεται με την συγκυρία, δηλαδή την αποτυχία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) στην Συρία.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, τα αίτια πολλαπλά και απαιτούν μία συνολική θεώρηση:


1. Η αύξηση του μεγέθους της Τουρκίας και ιδιαίτερα της στρατιωτικής της ισχύος, της επιτρέπουν να διεκδικεί θέση κύρους στο διεθνές σύστημα υψηλότερο από αυτό που μέχρι αυτήν τη στιγμή της αναγνωρίζουν. Γι' αυτό ο Ερντογάν προσπαθεί να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής ηγετών των πλέον ισχυρών κρατών, όπως των ΗΠΑ και της Ρωσίας, και να μην διστάζει να στρέφεται ακόμη και κατά του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ (απόκτηση S400, πόλεμος κατά του ISIS).


2. Η ικανότητα προβολής ισχύος τού επιτρέπει να επιχειρεί να αποκομίσει οφέλη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών, χωρίς ωστόσο να φθάνει στην πολεμική σύγκρουση. Τούτο δεν σημαίνει ότι η τουρκική ηγεσία δεν είναι έτοιμη να φθάσει ως εκεί, αφού η αίσθηση του κόστους για μία αυταρχική ηγεσία και για έναν λαό που τρέφεται εδώ και καιρό με τα όνειρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι διαφορετική από εκείνην σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.


3. Τούτο οδηγεί και στο συγκυριακό αίτιο, δηλαδή την αποτυχία των επιχειρήσεων στην Συρία. Όμως, αντίθετα με αυτό που εκτιμούν πολλοί «αναλυτές» στον τόπο μας, δεν είναι τόσο οι απώλειες στρατιωτών στην Συρία, αλλά το κύρος των ΤΕΔ και της ίδιας της χώρας που επηρεάζουν την συμπεριφορά της ηγεσίας της. Η Τουρκία βρυχάται σαν το λιοντάρι, αλλά είναι ανίκανη να πετύχει τους στόχους της παράνομης εισβολής της στην Συρία, απέναντι στην μικρή στρατιωτική δύναμη των Κούρδων.


4. Ο Ερντογάν έχει εκλογές το αργότερο το 2019. Και ναι μεν έχει εξουδετερώσει μέσω διώξεων σχεδόν όλους τους αντιπάλους του, ωστόσο μία εκλογική αναμέτρηση δεν παύει να κρύβει εκπλήξεις. Με εργαλείο την αντιπαράθεσή του με την Ελλάδα, την Κύπρο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, επιχειρεί την συσπείρωση των πολιτών, η οποία μπορεί να του είναι χρήσιμη την οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και αν γίνουν εκλογές νωρίτερα.


5. Σε κάθε περίπτωση, η συσπείρωση του είναι χρήσιμη και για άλλους λόγους. Πρώτον διότι η Τουρκική οικονομία, που πάσχει από ρευστότητα, μπορεί να επιδεινωθεί. Δεύτερον, διότι οι σχέσεις με την ΕΕ θα επιδεινωθούν και αυτές. Και τρίτο, σημαντικότερο, ότι από την άνοιξη και μετά αναμένεται η δραστηριοποίηση του ΡΚΚ στο εσωτερικό της Τουρκίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


6. Τέλος, ο Ερντογάν έχει μπει σε μία λογική τριβών με τη Δύση και φθοράς της Ελλάδας ειδικότερα, καθώς σε κάποια ζητήματα, όπως αυτό των πολιτικών προσφύγων, κανένα Δυτικό κράτος δεν ικανοποίησε τα αιτήματα για παράδοσή τους. Ειδικά για την Ελλάδα γνωρίζει ότι η φθορά λόγω αμυντικών δαπανών και η αστάθεια στο Αιγαίο, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην συνολικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων της χώρας και στην έξοδό της από τα μνημόνια.

Τι κάνουμε λοιπόν απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας; Το σημαντικότερο είναι ότι δεν πρέπει να πέσουμε στις παγίδες που μας στήνουν οι γείτονες. Παραμένουμε αποφασισμένοι και αποφασιστικοί, εφόσον χρειασθεί, ταυτοχρόνως δε και υπομονετικοί, αφού οι εξελίξεις για την Τουρκία θα προκύψουν από τα Νοτιοανατολικά. Κυρίως όμως διατηρούμε την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία μας.
Ωστόσο, νηφαλιότητα και ψυχραιμία δεν σημαίνουν ούτε συνεπάγονται αδράνεια. Σημαίνουν αφενός προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο, αφετέρου δραστηριοποίηση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, σε όλα τα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά fora, ώστε η γειτονική χώρα, στο βαθμό που συνεχίζει αυτήν την τακτική, να υφίσταται το κόστος της συμπεριφοράς της. Μέχρι να το καταλάβει...

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post

Περισσότερα...

Η ανά χείρας μελέτη επικεντρώνεται στην διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο Αθηναγόρας Σπύρου εξελέγη το 1948 Οικουμενικός Πατριάρχης. Τα όσα αποκαλύπτονται στο βιβλίο δικαιολογούν απόλυτα τον τίτλο «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου» και αναδεικνύουν τη μοναδικότητα, αλλά και τη σπουδαιότητα της συγκεκριμένης εκλογής. Πρώτα απ' όλα, όπως αποδεικνύεται από την μελέτη, η οποία βασίστηκε σε ανέκδοτο αρχειακό υλικό των διπλωματικών και εκκλησιαστικών αρχείων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, η συγκεκριμένη εκλογή υπήρξε αποτέλεσμα έξωθεν παρεμβάσεων από την πλευρά της Δύσης και δη των ΗΠΑ.

Είναι για πρώτη φορά που οι ΗΠΑ, τότε, όχι μόνο ασχολήθηκαν σε ανώτατο επίπεδο με τα τεκταινόμενα στον χώρο της Ορθοδοξίας, αλλά επενέβησαν καθοριστικά προκειμένου να εξασφαλίσουν τον φιλοδυτικό προσανατολισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επρόκειτο για μία εξέλιξη απόλυτα σύμφωνη με τα δόγματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού Πολέμου. Στο πλαίσιο της πολιτικής της «Ανάσχεσης» ("Containment"), η εκκλησία αποτέλεσε και αυτή πεδίο σύγκρουσης της Δύσης με τον ιδεολογικό της αντίπαλο, την ΕΣΣΔ. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρισκόταν σε μια γεωγραφική περιοχή που είχε τεράστια στρατηγική σημασία. Όποια δύναμη την διαφέντευε ήλεγχε τα Στενά και τους δρόμους για όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι δύο από τις τρεις χώρες στις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε φυσική και πνευματική παρουσία (Ελλάδα και Τουρκία) αποτελούσαν (μαζί με την Συρία και το Ιράν) τις χώρες του λεγόμενου «Βόρειου Διαζώματος» ("Northern Tier") Μέσης Ανατολής, οι οποίες σύμφωνα με την ψυχροπολεμική λογική της εποχής εκείνης θα χρησίμευαν ως το ανάχωμα για την αποτροπή της επέκτασης των Σοβιετικών στις θερμές θάλασσες, στην διώρυγα του Σουέζ και στα πετρέλαια της περιοχής. Συνεπώς, οι χώρες αυτές δεν θα έπρεπε να χαθούν για την Δύση.

Το ενδιαφέρον στοιχείο, όπως αποτυπώνεται στα διπλωματικά έγγραφα που παρατίθενται, είναι ότι για την Δύση του Ψυχρού Πολέμου τυχόν απώλεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσω της παρουσίας ενός φιλικού προς την Μόσχα Πατριάρχη θα λειτουργούσε ως Δούρειος Ίππος για την απώλεια ολόκληρης της περιοχής. Κάτι το οποίο η Δύση, δηλαδή οι ΗΠΑ, δεν ήταν διατεθειμένη να ανεχθεί.Στο πλαίσιο αυτό δεν δίστασαν οι ΗΠΑ να πιέσουν μέσω των συμμάχων τους στην περιοχή, δηλαδή των φιλοδυτικών κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, για την απομάκρυνση του μέχρι τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Μαξίμου Ε΄, που δεν θεωρούνταν αρκετά φιλοδυτικός. Στην θέση του προώθησαν την ανάρρηση στον Οικουμενικό Θρόνο τού μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Αθηναγόρα, ο οποίος παρείχε όλα τα εχέγγυα. Ήταν ιδεολογικά φιλελεύθερος, άνθρωπος εμπιστοσύνης των ηγετικών προσώπων της αμερικανικής πολιτικής και είχε, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, την ικανότητα να αντιληφθεί την νέα πολιτική πραγματικότητα, συνάμα δε την ικανότητα να ελιχθεί πολιτικά στο νέο περιβάλλον.

Για το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο η εκλογή του Αθηναγόρα ήταν ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Καταρχάς αναδείχτηκε Πατριάρχης μία ισχυρή προσωπικότητα, που παρουσίασε έργο όπου και εάν διακόνησε. Κατά το διάστημα της αρχιεπισκοπίας του στην Αμερική εργάστηκε με ζήλο για την οργάνωση της εκεί ορθόδοξης εκκλησίας, παρέχοντάς της θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της, αλλά και, κυρίως, τοποθετώντας την εκκλησία στο επίκεντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ΗΠΑ. Ανέπτυξε προσωπικές φιλικές σχέσεις με σημαίνοντα πρόσωπα της αμερικανικής κοινωνίας και κατάφερε οι θέσεις και οι απόψεις της ελληνικής ομογένειας να φτάνουν στα υψηλότερα κλιμάκια της αμερικανικής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό των σχέσεων αυτών είναι η σχέση εμπιστοσύνης που είχε με τον αμερικανό Πρόεδρο Χάρυ Τρούμαν.

Αλλά και ως Πατριάρχης ο Αθηναγόρας άφησε την προσωπική του σφραγίδα. Ακολούθησε μια εξωστρεφή πολιτική διοργανώνοντας διορθόδοξες και διαχριστιανικές συναντήσεις, ενώ δεν δίστασε να συναντηθεί και με τον Πάπα Παύλο ΣΤ'. Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και γενικότερα τον συνδεόμενο με αυτό ορθόδοξο κόσμο, οι κινήσεις του Αθηναγόρα είχαν τεράστια σημασία. Μετέφεραν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το τοπικό επίπεδο στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.
Όμως η εκλογή του αυτή καθαυτή, το 1948, είχε και κάποιες διαστάσεις, πρωτόγνωρες μέχρι τότε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικότερες όλων είναι οι παρεμβάσεις εξωφαναριώτικων παραγόντων στη διαδικασία της εκλογής και η κατά συνέπεια μεταφορά του κέντρου των περί το Πατριαρχείο αποφάσεων εκτός Φαναρίου. Την αλλαγή αυτήν πολλοί από τους ιεράρχες του Φαναρίου δεν την αποδέχτηκαν και προσπάθησαν να αντιδράσουν. Οι συγκεκριμένες αντιδράσεις αποτυπώνονται ευκρινώς στις σελίδες του βιβλίου. Εξίσου όμως ευκρινώς και πέρα από κάθε αμφιβολία αποτυπώνεται και η συντριβή αυτών των αντιδράσεων.

Το ανά χείρας βιβλίο αποτελεί μία σύνθετη μελέτη. Αν και εξετάζει ένα γεγονός που άπτεται της εκκλησιαστικής ιστορίας υπερβαίνει το πεδίο αυτό και επεκτείνεται διεπιστημονικά στα πεδία της σύγχρονης Διπλωματικής και Πολιτικής Ιστορίας, καθώς και σε αυτό των Διεθνών Σχέσεων. Το κυριότερο όμως στοιχείο, πέρα από το προφανές και από μόνο του σπουδαίο γεγονός ότι για πρώτη φορά έρχονται στο φως της επιστημονικής έρευνας ζητήματα μέχρι τώρα παντελώς άγνωστα, είναι η συνεισφορά του βιβλίου στην θεώρηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και γενικότερα των σχέσεων θρησκείας και της διεθνούς πολιτικής του 20ού αιώνα. Οι εκκλησιαστικές εξελίξεις φωτίζονται από διαφορετικές πλευρές, εξετάζονται υπό νέο πρίσμα, ανάγονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο και ερμηνεύονται συνολικά.

Ο σύνθετος αυτός τρόπος θεώρησης είναι δύσκολο να επιτευχθεί από έναν ερευνητή που εστιάζει αποκλειστικά στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αλλά προϋποθέτει ιστορικές σπουδές, αίσθηση της διεθνούς πολιτικής, και, κυρίως, εξοικείωση του ερευνητή με την έρευνα και εντρύφηση σε αρχειακό υλικό. Ο συγγραφέας του βιβλίου διαθέτει την εμπειρία και τα επιστημονικά εφόδια, καθώς είναι απόφοιτος τόσο της Ιστορίας όσο και της Θεολογίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στην νεότερη και σύγχρονη Ιστορία. Το εν λόγω θεωρητικό υπόβαθρο αναδεικνύεται στον τρόπο έρευνας και συγγραφής της μελέτης του. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αυτό συνιστά μία μελέτη-ορόσημο για την ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, ταυτόχρονα, υποδεικνύει έναν νέο τρόπο προσέγγισης και της εκκλησιαστικής ιστορίας: καθίσταται πλέον φανερό ότι τα γεγονότα πρέπει να εξετάζονται ολιστικά και να προσεγγίζονται διεπιστημονικά.

Τέλος, το βιβλίο έρχεται σε μία ενδιαφέρουσα και ίσως κρίσιμη (ακόμη μία φορά) για το Πατριαρχείο περίοδο, κατά την οποία η ομόδοξη μεγάλη δύναμη της περιοχής – συνεπής προς την αναθεωρητική της πολιτική με βάση τα αυτοκρατορικά και πανσλαβικά συμφέροντά της – συνεχίζει να το υποσκάπτει. Βέβαια το Οικουμενικό Πατριαρχείο γνωρίζει την πολιτική για πάνω από 17 αιώνες – χρόνο πολύ μεγαλύτερο από κάθε σύγχρονη μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, θα είναι χρήσιμο οι πολίτες, οι μελετητές, αλλά και οι εφαρμοστές της διεθνούς πολιτικής στην Ελλάδα και, ευρύτερα, στην Δύση, να ξαναβάλουν στις αναλύσεις τους την πνευματική, αλλά και την πολιτική σημασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Προς αυτήν την κατεύθυνση δείχνει η εξαιρετική, πλήρης και ερευνητικά πρωτογενής μελέτη του Παύλου Σεραφείμ – κατεύθυνση της οποίας τα αποτελέσματα μόνο ωφέλιμα θα είναι!

Θεσσαλονίκη, 10 Ιουνίου 2017

 

Περισσότερα...

Κυρίες και κύριοι,

Είναι τιμητικό και ταυτοχρόνως δύσκολο για μένα που ως οπαδός της Θουκυδίδειας μεθοδολογίας παγίως και συστηματικά κινούμαι από τα επιμέρους στο γενικό, να εστιάσω σε αυτήν την ομιλία σε ένα θαυμαστό αλλά πολύ συγκεκριμένο γεγονός κατά το γύρισμα των γραναζιών της Ιστορίας. Είμαι θεωρητικός της Στρατηγικής και της διεθνούς πολιτικής και όχι ιστορικός. Για αυτό θα παρακαλέσω να έχω την ανοχή σας και την κατανόησή σας, αφού θα προσπαθήσω να αποφύγω, στο μέτρο που επιτρέπει ένας επετειακός και επαινετικός λόγος, τις λεπτομερείς αναφορές στην εξέλιξη των γεγονότων.

Ας πάρουμε τα πράγματα με την χρονική τους σειρά. Στις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο ελληνικός στρατός, από περίπου 85.000 άνδρες, έφυγε κυριολεκτικά και μεταφορικά από την «Ελλάδα της Μελούνας», πέρασε τα στενά του Σαρανταπόρου και κατέλαβε την Κοζάνη. Παράλληλα, ο βουλγαρικός στρατός προήλαυνε προς τη Θράκη, ενώ ο σερβικός στρατός κατευθυνόταν προ το Μοναστήρι.


Στις 17 Οκτωβρίου ο κύριος όγκος του ελληνικού στρατού κατευθύνθηκε στα Γιαννιτσά, ενώ η 7η μεραρχία και η ταξιαρχία ιππικού προχώρησαν προς το Γιδά. Ο τουρκικός στρατός, με επικεφαλής τον Ταξίν πασά, συγκεντρώθηκε έξω από τα Γιαννιτσά, ενώ ένα μέρος του έλαβε θέσεις μάχης στις δύο γέφυρες του Λουδία, στα δυτικά του Άδενδρου. Το απόγευμα της 19ης Οκτωβρίου 1912 άρχισε η μάχη των Γιαννιτσών, που τελείωσε το μεσημέρι της επόμενης με περιφανή νίκη των ελληνικών δυνάμεων. Το πρωί της 20ής Οκτωβρίου, η 7η Μεραρχία επιτέθηκε στην οδική και σιδηροδρομική γέφυρα του ποταμού Λουδία και μέχρι το απόγευμα την κατέλαβε. Στόχος ήταν πλέον η Θεσσαλονίκη.


Παρ' όλα αυτά, η προέλαση του ελληνικού στρατού δεν ήταν εύκολη, μιας και είχε να αντιμετωπίσει τον ανεπαρκή επισιτισμό, τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τη διέλευση του «φουσκωμένου» Αξιού ποταμού. Το βράδυ της 20ής Οκτωβρίου 1912 είχαν σταλεί από το ελληνικό στρατηγείο αναγνωριστικές περίπολοι στα χωριά Ραχώνα και Άνω Κουφάλια, καθώς και στη γέφυρα του Αξιού, η οποία βρισκόταν δίπλα στο χωριό Έλλη. Οι περίπολοι διαπίστωσαν ότι οι Τούρκοι είχαν εγκαταλείψει τη δυτική πλευρά του Αξιού και είχαν πυρπολήσει την ξύλινη οδική γέφυρά του.
Υπενθυμίζεται ότι ο Αξιός δεν έρρεε στη σημερινή του κοίτη, αλλά ανατολικότερα με δύο βραχίονες μεταξύ Χαλάστρας και Σίνδου. Όταν λοιπόν στρατοπέδευσε η 7η μεραρχία στην Κουλακιά (Χαλάστρα), για να φτάσει στη Θεσσαλονίκη, έπρεπε να διαβεί και τους δύο βραχίονες.


Γράφει σχετικά στα απομνημονεύματά του ο συνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης: «Μετά την μάχην των Γιαννιτσών το μόνον εμπόδιον προς είσοδον εις την Θεσσαλονίκην ήτο η διάβασις του ποταμού Αξιού, όστις ένεκα των εκτάκτων βροχών των ημερών εκείνων είχεν υπερχειλίσει· αι γέφυραι, η μεν ξυλίνη είχε καταστραφεί, η δε σιδηροδρομική εφυλάσσετο παρά των Τούρκων».
Η διέλευση του Αξιού ποταμού φάνταζε ανυπέρβλητο εμπόδιο αφού οι απαραίτητες γεφυροσκευές βρίσκονταν ακόμη στην Κοζάνη και θα έφθαναν στο τέλος του μήνα, ενώ από την άλλη μεριά δεν υπήρχε ξυλεία κατάλληλη για τη ζεύξη των βραχιόνων του, ούτε στα Γιαννιτσά ούτε στη Βέροια. Στο Άδενδρο, όπου είχε εγκατασταθεί ο Κωνσταντίνος με το επιτελείο του, έγιναν αλλεπάλληλες συσκέψεις των επιτελών σε αναζήτηση λύσης του οξύτατου προβλήματος της διέλευσης του Αξιού. Όμως όλες οι λύσεις φαίνονταν δύσκολες.

Στη Χαλάστρα (Κουλιακιά) ο ελληνικός στρατός εισήλθε την Κυριακή 21 Οκτωβρίου 1912, το απόγευμα. Για τις στιγμές της χαράς και της ενθουσιώδους υποδοχής των Ελλήνων στην Κουλιακιά υπάρχουν αρκετές περιγραφές. Σταματώ σε μία, εκείνη της Βιργινίας Τζαλαμάνη, που τότε ήταν μόλις 5 χρονών, επειδή με εντυπωσιάζει τόσο η αναφορά της στο «Ελληνικό», μία λέξη βγαλμένη κατευθείαν από τα Αρχαία και κυριολεκτικά από την πρώτη παράγραφο του Θουκυδίδη, που περιγράφει το όλον, όσο και η ελπίδα της για απελευθέρωση της Μικράς Ασίας:
«Από βραδίς ήρθε ένα μαντάτο. Έρχεται το Ελληνικό. Όλοι ήταν όρθιοι. Δεν κοιμήθηκαν καθόλου εκείνη τη νύχτα. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Όλοι περίμεναν να 'ρθει το Ελληνικό. Είχαν μεγάλη λαχτάρα. Μόλις ξημέρωσε, βλέπουμε από τη Γιαντσίδα που έρχονταν το Ελληνικό. Όλος ο κόσμος βγήκε να υποδεχθεί τους στρατιώτες μας. ... Στο σπίτι μας έφεραν δυο. ... Έκατσαν δυο μέρες και μετά έφυγαν για να πάνε στην κόκκινη μηλιά...»

Ενώ όμως οι Κουλιακιώτες πανηγύριζαν την ελευθερία τους, οι στρατιωτικοί ηγέτες προβληματίζονταν για τον τρόπο διάβασης των δυο βραχιόνων του «φουσκωμένου» Αξιού. Γράφει σχετικά ο Κώστας Βαφείδης:
«...Οι ανιχνευταί ανακοίνωσαν ότι οι Τούρκοι κατέστρεψαν υποχωρώντας τα πορθμεία από τους βραχίονες του ποταμού Αξιού και δεν υπήρχε άλλη διάβασις. Πραγματικά, ένας τρόπος για την διάβασι του στρατού και των μεταγωγικών, υπήρχε μόνον, να κατασκευασθούν επειγόντως πλωτές γέφυρες. Ο Λοχαγός του Μηχανικού, Βλάσιος Βλάσης, έβλεπε τα πράγματα δύσκολα, μέσα δεν υπήρχαν, και το ποτάμι ήταν φαρδύ. Μετρούσαν, ξαναμετρούσαν, συζητούσαν ψιθυριστά μεταξύ των και λύσις δεν βρισκόταν».
Την ημέρα εισόδου του ελληνικού στρατού στην Κουλιακιά, ο Αλέξανδρος Ζάννας επισκέφθηκε το διάδοχο Κωνσταντίνο στο Άδενδρο, προκειμένου να λάβει οδηγίες του. Ο ίδιος περιγράφει τη συνάντηση: «Σε λίγο κατέφθασε ο διάδοχος ... και με ρώτησε λεπτομέρειες για την πορεία μας. Ήθελε να μάθη, αν είμασταν σε θέση εμείς με τους χωρικούς και με τη βοήθεια του μηχανικού και κατασκευάσωμε δεύτερη γέφυρα κοντά στην Κουλιακιά. Του είπα, πως δεν είμαι αρμόδιος να του δώσω αυτή την απάντηση, αλλά νόμιζα πως ήταν κατορθωτό. Θα μπορούσαμε ίσως να χρησιμοποιήσωμε τις βάρκες, που έχουν στην Κουλιακιά. Πάντως αυτό εξαρτάτο από το μηχανικό...».

Στις ανυπέρβλητες δυσκολίες που αντιμετώπιζε η 7η Μεραρχία για τη διέλευση του Αξιού, έδωσε λύση ένας Κουλιακιώτης καρροποιός, ο Γιώργης Νταληγκάρης, ο οποίος – σύμφωνα με τον Βαφείδη – ζήτησε από το μέραρχο να τον κάνει για μία μέρα «βασιλιά». Ο μέραρχος έδωσε με επιφυλακτικότητα τις αρμοδιότητες που ζήτησε ο Νταληγκάρης, ο οποίος κινητοποίησε αμέσως τους συγχωριανούς του.

Γράφει ο Βαφείδης:
«Την άλλη μέρα το πρωί, στα μάτια όλου του Στρατοπέδου (είχαν έρθη και οι ανώτεροι νυχτ' ακόμη) παρουσιάστηκε ένα αξιοθαύμαστο θέαμα. Όλοι με ανοιχτό το στόμα, συγκινημένοι με δακρυσμένα μάτια... έβλεπαν:
Στον Αξιό ποταμό παρατεταγμένος όλος ο «στόλος» της Κουλιακιάς... Πλήθος από πλάβες και σε κάθε πλάβα από δύο λεβέντες μέσα, όρθιοι με τα πλατσίδια... στα χέρια, ακίνητοι χαιρετούσαν. ... Οι αξιωματικοί και οι φαντάροι κατάπληκτοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Δεν πρόλαβαν όμως να συνέλθουν. Μεγάλη οχλαγωγή και θόρυβος έρχονταν από δυσμάς, από το χωριό. Γύρισαν τα μάτια τους και βλέπουν, μια απέραντη φάλαγγα από κάρρα και βοδάμαξα να προχωρή προς το στρατόπεδο. Όλα ήταν κατάφορτα με ξυλεία και πλήθος κόσμου με φκιάρια, κασμάδες και ό,τι άλλο εργαλείο στα χέρια να τα συνοδεύει με τραγούδια πατριωτικά. Μπροστά – μπροστά, σε μία σούστα επάνω ο μπάρμπα Γιώργης Νταλίγκαρος με την Μπάμπω του, η σούστα φορτωμένη με λογιών – λογιών εργαλεία και «Τσιουμλέκια» (κατσαρόλες, τηγάνια, καφέμπρυκα κλπ).
Έτσι έγινε η ζεύξη του δυτικού βραχίονα του Αξιού. Μετά ξεκίνησαν οι εργασίες για τη ζεύξη του ανατολικού. Εκεί όμως τα πράγματα ήταν δυσκολότερα, αφού δεν επαρκούσαν οι πλάβες. Τότε και πάλι ο Γιώργης Νταληγκάρης έδωσε εντολή να συγκεντρωθούν όλα τα ξύλινα βαρέλια, καθώς και όλα τα ξύλα που υπήρχαν σε ανεγειρόμενες οικοδομές του χωριού. Παράλληλα μαζεύτηκαν όλα τα σχοινιά, που χρησιμοποιούνταν ακόμη και για το άπλωμα της μπουγάδας και για το κρέμασμα των κουβάδων στα πηγάδια. Όλα έπρεπε να τελειώσουν μέχρι το βράδυ, καθώς λόγω καιρού υπήρχε φόβος να φουσκώσει το ποτάμι.

Το πέτυχαν. Το απόγευμα της 23ης Οκτωβρίου ολοκληρώθηκε η ζεύξη και του δεύτερου βραχίονα του Αξιού και την επομένη το πρωί 24 Οκτωβρίου 1912, άρχισε η διάβαση του Αξιού από την 7η Μεραρχία η οποία έφθασε κοντά στην Θεσσαλονίκη, δίνοντας το τακτικό πλεονέκτημα στις Ελληνικές δυνάμεις και φυσικά το σύνθημα για τις επαφές και τις διεργασίες παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους.

Κυρίες και κύριοι,
Ο χρόνος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις έχει τεράστια σημασία. Το γνωρίζουμε από την αρχαιότητα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει πολλές περιπτώσεις κατατριβής, καθυστέρησης, με αρνητικές συνέπειες για την πλευρά που καθυστερούσε να δράσει και να πετύχει τους στόχους της. Ο Νικίας, λ.χ., που καθυστέρησε να επιτεθεί κατά των Συρακουσών, «καταφρονήθηκε» από τους αντιπάλους (7.42.3). Τι θα πίστευαν λοιπόν Τούρκοι και Βούλγαροι για την ικανότητα του ελληνικού στρατού και για την διάθεση των Ελλήνων της περιοχής, αν παρέμεναν αναποφάσιστοι και ανήμποροι μπροστά σε ένα ποτάμι;
Την ίδια αντίληψη συναντά κανείς και στην άλλη πλευρά του κόσμου. Το κινεζικό εγχειρίδιο στρατηγικής Η Τέχνη του Πολέμου, που αποδίδεται στον Σουν Τσου, αναφέρει: «Εάν συγκροτήσετε ένα στράτευμα και περιμένετε να συμπληρώσετε στο ακέραιο τα εφόδιά του για να προελάσετε, με σκοπό να κερδίσετε κάποιο πλεονέκτημα, υπάρχει κίνδυνος (όταν θα ξεκινήσετε) να έχετε αργοπορήσει πολύ». Αν λοιπόν περίμεναν να έρθουν οι γέφυρες από την Κοζάνη τότε, προφανώς, θα είχαν αργήσει πολύ.

Η σημασία του χρόνου, ως προς την διάσταση της ταχύτητας και της έγκαιρης δράσης κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, υπογραμμίζεται και από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη που σημειώνει πως «τα πάντα ανακτώνται, ο χρόνος ποτέ». Πράγματι, αν και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων την εξέλιξη των γεγονότων, μπορούμε να εκτιμήσουμε το αποτέλεσμα, στηριζόμενοι στα δεδομένα που έχουμε κάθε φορά στη διάθεσή μας. Μπορούμε με ασφάλεια να θεωρήσουμε ότι στην Θεσσαλονίκη θα έμπαινε πρώτος ο βουλγαρικός στρατός. Αυτό θα σήμανε ότι

1. ένα μεγάλο κομμάτι Ελλήνων (της Θεσσαλονίκης και ανατολικότερα) δεν θα απελευθερωνόταν.

2. η Ελλάδα θα έχανε το μοναδικό στο Βορρά και καίριας σημασίας λιμάνι, παρά το ότι ήλεγχε το Αιγαίο.
3. ο Ελληνικός στρατός θα κατέγραφε μία αποτυχία, αφού θα αποκαλύπτονταν ότι δεν μπορούσε να περάσει ένα ποτάμι ή δεν είχε γίνει ο σωστός σχεδιασμός της επιχείρησης.
4. θα χανόταν η βάση για μία περαιτέρω πορεία προς Ανατολάς και η ευκαιρία η Ελλάδα να διασφαλίσει από ξηράς το Βόρειο Αιγαίο.
5. θα αποκόπτονταν η Χαλκιδική, η οποία είχε ξεσηκωθεί.
6. η Ελλάδα θα έχανε στα μάτια των θαλάσσιων συμμάχων της τις εντυπώσεις και, προφανώς, το κύρος της δεν θα ενισχυόταν τόσο πολύ.
7. ενδεχομένως οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών να ενισχύονταν, με αρνητικές συνέπειες.
8. και, τέλος η Ελλάδα θα είχε να αντιμετωπίσει τόσο έναν διαφορετικό συσχετισμό ισχύος στα Βαλκάνια, όσο, μετά βεβαιότητας, και ένα διαφορετικό κλίμα.

Οι παραπάνω πιθανές εξελίξεις είναι εκείνες που αναδεικνύουν την σημασία της συμβολής των κατοίκων της περιοχής στην μεγάλη νίκη και στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Απλοί άνθρωποι, με πολλή δουλειά, με ανιδιοτέλεια, αγάπη στην ελευθερία και με πίστη στο «Ελληνικό», κατάφεραν όσα το μηχανικό του Στρατού, για μια σειρά από λόγους, δεν μπορούσε να πετύχει.
Ασφαλώς αυτό είναι ένα ακόμη δείγμα για το τι μπορούμε να πετύχουμε ενωμένοι και αποφασισμένοι. Είναι ένα δείγμα για το πώς ο λαός μπορεί να συμβάλει στην άμυνα της χώρας – κάτι που πρέπει εφαρμοσθεί ακόμη περισσότερο στον αμυντικό μας σχεδιασμό αλλά και στην πράξη.


Ασφαλώς όμως πρόκειται και για ένα μεγάλο κατόρθωμα των κατοίκων της Κουλιακιάς που τιμούμε σήμερα, και για όλους αυτούς τους λόγους δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την εκτίμηση της ΑΕ του Προέδρου της Δημοκρατίας, όταν πέρυσι επισκέφθηκε τον Δήμο σας και είπε:
«Η βοήθεια που προσέφεραν τότε οι ηρωικοί κάτοικοι της Χαλάστρας στον Ελληνικό Στρατό, προκειμένου να μην καθυστερήσει η, τεράστιας στρατηγικής σημασίας, προέλασή του προς την Θεσσαλονίκη, υπήρξε καθοριστική για την έκβαση του πολέμου, αλλά και τη μονιμότερη διαμόρφωση του χάρτη των Βαλκανίων».

Περισσότερα...

Σελίδα 5 από 81
You are here Επικοινωνία Ηλίας Κουσκουβέλης