Sunday, Jan 24th

Last update05:36:22 PM GMT

Ο Ευρωπαϊκός Δρόμος

Ο ευρωπαϊκός δρόμος

 

Η Καθημερινή, 10.05.2008
του Ηλία Κουσκουβελη

 

Οι τρεις σχεδόν δεκαετίες συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δεν μπορούν παρά να αποτιμηθούν θετικά. Η Κοινότητα και έπειτα η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε. Ε.) αποτέλεσαν φορείς προόδου, ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού. Από «μαύρο πρόβατο» στη δεκαετία του 1980, η Ελλάδα σταδιακά εξελίχτηκε σε έναν υπολογίσιμο, μεσαίου μεγέθους παίκτη του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Οι διεθνείς εξελίξεις, οι αλλαγές στη Ν. Α. Ευρώπη και στην ίδια την Ένωση (ΟΝΕ, διεύρυνση), φέρνουν πλέον την Ελλάδα συχνότερα στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Η οικονομία, η εξωτερική πολιτική, η εκπαίδευση, οι τομείς της ανάπτυξης, της χωροταξίας, του περιβάλλοντος, μπαίνουν όλο και περισσότερο κάτω από την ευρωπαϊκή ομπρέλα. Οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται στην Αθήνα, αλλά κρίνονται και εξαρτώνται και από τις Βρυξέλλες. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας εισάγει την ολοκλήρωση σε νέα φάση και θέτει τη σχέση των κρατών μελών με την Ένωση σε νέα βάση. Παράλληλα, η Ελλάδα υιοθετεί μία δραστήρια, πολυδιάστατη και έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας και την πολιτική μας απέναντι στην Ένωση και κυρίως μέσα σε αυτήν.

Σκοπός των λογικών συμμετεχόντων είναι να μεγιστοποιήσουν την ωφέλειά τους και να ελαχιστοποιήσουν τα κόστη. Για τη χώρα μας, ως μικρό κράτος στο διεθνές σύστημα, αλλά μεσαίου μεγέθους κράτος-μέλος, η Ενωση αποτελεί ένα όχημα που της επιτρέπει να προβαίνει σε ενέργειες και να προωθεί πολιτικές στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, τις οποίες δεν θα μπορούσε να καταφέρει από μόνη της. Η συμμετοχή μας στην Ένωση είναι ένα μέσο που βοηθά να υπερβαίνουμε τις δυνάμεις μας. Προϋποθέτει όμως και μία διαδικασία εξευρωπαϊσμού.

Ο εξευρωπαϊσμός, ως ευκαιρία, είναι η διαδικασία κατά την οποία η χώρα μας ωφελείται από τη συμμετοχή της στην Ενωση, προκειμένου να εκσυγχρονίσει πολιτικές και θεσμούς, να αξιοποιήσει την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στους τομείς της οικονομίας, της ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής, της ασφάλειας, της εξωτερικής πολιτικής. Ακριβώς αυτή ήταν και η λογική του αρχιτέκτονα της ένταξής μας, Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η προηγούμενη δεκαετία ήταν μια περίοδος που σημαδεύτηκε από την προσπάθεια του Κώστα Σημίτη για εκσυγχρονισμό, που ήταν στην ουσία ταυτόσημος με τον εξευρωπαϊσμό. Ωστόσο, μικροπολιτικά συμφέροντα, ιδεολογικές αγκυλώσεις, κοινωνικά και οικονομικά κατεστημένα, συγκυριακές ατολμίες, αλλά και οι μόνιμες ασθένειες της διαφθοράς και της διαπλοκής εμπόδισαν την πραγματική σύγκλιση με την Ενωση.

Οι καθυστερήσεις μετέτρεψαν τις ευκαιρίες σε απειλές για την ομαλή μετάβαση στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Η αδράνεια οδήγησε στη συσσώρευση σημαντικών εκκρεμοτήτων που θα έπρεπε να έχουν επιλυθεί χρόνια πριν. Οι ευθύνες για το ασφαλιστικό, την Ολυμπιακή, τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, τα περιβαλλοντολογικά εγκλήματα, μεταφέρονται ή φορτώνονται στις πλάτες της Ε.Ε. Οι κυβερνήσεις προκειμένου να αποφύγουν το πολιτικό κόστος συχνά ρίχνουν το βάρος στην Ε.Ε., περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη δυσεπίλυτα ζητήματα, τόσο για τις ίδιες και την Ενωση, όσο και για την κοινωνία. Αυτό, όμως, δεν είναι λύση, ούτε αξιοποίηση της συμμετοχής μας στην Ε. Ε.

Είναι καιρός να πάρουμε κάποια πράγματα στα σοβαρά. Οι εποχές που ο «ξύπνιος» Ελληνας -λίγο Ευρωπαίος, λίγο Ανατολίτης- «κατάφερνε» τον «αφελή» Δυτικοευρωπαίο πέρασαν και μας κόστισαν ακριβά. Ο καιρός της πολιτικής των υποσημειώσεων δεν αποδείχτηκε καρποφόρος. Αποδείχτηκε, όμως, ότι η Ενωση δεν είναι ούτε ιμπεριαλιστικός μπαμπούλας, ούτε και η πανάκεια για όλα μας τα προβλήματα. Είναι ένας υπερκρατικός θεσμός, που πρέπει να αξιοποιήσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα, τις ευκαιρίες, αλλά και τις υποχρεώσεις μας.

Χρειαζόμαστε τη χάραξη σοβαρής και μακρόπνοης πολιτικής εξευρωπαϊσμού, ως μίας αμφίδρομης δυναμικής διαδικασίας που θα παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ενωση, αλλά και θα τις επηρεάζει σύμφωνα με τα συμφέροντά μας. Μία τέτοια πολιτική θα στηρίζεται στον ορθολογισμό και θα περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερους τομείς της δημόσιας πολιτικής και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν σημαίνει ότι θα παραδώσουμε την κυριαρχία μας απλά, προκειμένου να ενδυναμώσουμε το δικό μας κράτος, να βελτιώσουμε τις υποδομές του, να ενισχύσουμε την κοινωνία μας, θα συνεργαστούμε στενά με την Ενωση. Θα χρησιμοποιήσουμε το πλαίσιό της ως μοχλό πίεσης, αλλά και ως στοχοθέτη επιτευγμάτων. Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει το κοινό όραμα του πολιτικού προσωπικού και της κοινωνίας - τουλάχιστον των πραγματικά προοδευτικών που θέλουν τα πράγματα να αλλάζουν προς τα εμπρός.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Ιούνιος 2012 13:21